γενέθλη

γενέθλ-η, [dialect] Dor. [suff] γένεθλ-θλα, :
I of persons, race, stock, family, c. gen. pers.,

Παιήονός εἰσι γενέθλης Od.4.232

, cf. 13.130; σῆς ἐξ αἵματός εἰσι γενέθλης of thy race by blood, Il.19.111
; γενέθλην by birth or origin,

ἦν δὲ γ. Ἴκιος Call.Aet.1.1.7

; of horses, breed, stock, Il.5.270;

θηρῶν γ. h.Hom.27.10

;

τῶν ἀλιθίων ἀπείρων [ἐστὶ] γενέθλα Simon.5.6

.
2 offspring, h.Ap.136, S.El.129 (lyr.), 226 (lyr.), etc.
3 birth,

γενέθλας ἀρχά Hymn.Is.36

.
II birthplace,

ὅθι ἀργύρου ἐστὶ γ. Il.2.857

.
2 generation, age,

οὔ τι παλαιόν, ἐφ' ἡμετέρῃ δὲ γενέθλῃ Opp.H.5.459

.
3 time of birth,

ἐκ γενέθλης D.P.1044

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γενέθλη — και γενέθλα, η (Α) 1. (για πρόσωπα) γενιά, οικογένεια 2. (για άλογα) γένος, ράτσα 3. γόνοι, απόγονοι 4. τόπος γεννήσεως, κοιτίδα 5. ο χρόνος τής γέννησης κάποιου, η γέννηση. [ΕΤΥΜΟΛ. < γενε (< *γεν∂ ), δισύλλαβη μορφή τής ρίζας γεν τού… …   Dictionary of Greek

  • γενέθλη — race fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γενέθλῃ — γενέθλη race fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γενέθλαις — γενέθλη race fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γενέθλην — γενέθλη race fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γενέθλης — γενέθλη race fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γενέθλῃσι — γενέθλη race fem dat pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γενέθλῃσιν — γενέθλη race fem dat pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γίνομαι — (AM γίγνομαι και γίνομαι) 1. δημιουργούμαι, αποκτώ ζωή, υπόσταση 2. (για γεωργικά προϊόντα) παράγομαι 3. συμβαίνω, πραγματοποιούμαι 4. καθίσταμαι, αποβαίνω 5. είμαι, υπάρχω 6. (για αριθμητικά ποσά) προκύπτω, εξάγομαι από πράξεις ή υπολογισμό 7.… …   Dictionary of Greek

  • γενέθλα — γενέθλᾱ , γενέθλη race fem nom/voc/acc dual γενέθλᾱ , γενέθλη race fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γενέθλας — γενέθλᾱς , γενέθλη race fem acc pl γενέθλᾱς , γενέθλη race fem gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.